Το δωμάτιο του νοσοκομείου δεν ήταν μεγάλο. Είχε όμως ένα παράθυρο που άφηνε το φως να μπαίνει κάθε πρωί, σχεδόν διακριτικά, σαν να μην ήθελε να ενοχλήσει. Στο κρεβάτι, ένας νέος άντρας ξαπλωμένος. Δίπλα του, πάντα στην ίδια καρέκλα, καθόταν η γυναίκα του. Δεν μιλούσαν πολύ. Δεν χρειαζόταν. Στο κομοδίνο υπήρχε ένα ποτήρι νερό, ένα …
Το δωμάτιο του νοσοκομείου δεν ήταν μεγάλο.
Είχε όμως ένα παράθυρο που άφηνε το φως να μπαίνει κάθε πρωί, σχεδόν διακριτικά, σαν να μην ήθελε να ενοχλήσει.
Στο κρεβάτι, ένας νέος άντρας ξαπλωμένος.
Δίπλα του, πάντα στην ίδια καρέκλα, καθόταν η γυναίκα του.
Δεν μιλούσαν πολύ.
Δεν χρειαζόταν.
Στο κομοδίνο υπήρχε ένα ποτήρι νερό, ένα βιβλίο και ένα μικρό σημείωμα με μια λέξη: «σήμερα».
Γιατί στο νοσοκομείο, το σήμερα έχει μεγαλύτερη αξία από οποιαδήποτε υπόσχεση για αύριο.
Τα μηχανήματα έκαναν τον δικό τους ήσυχο ρυθμό.
Όχι απειλητικό.
Σχεδόν καθησυχαστικό.
Όταν εκείνος άνοιγε τα μάτια, εκείνη του έσφιγγε το χέρι.
Όχι για να του πει «όλα θα πάνε καλά».
Αλλά για να του πει «είμαι εδώ».
Και αυτό, μέσα σε εκείνο το δωμάτιο, ήταν αρκετό.
Το φως άλλαζε μέσα στη μέρα.
Πρωινό, απογευματινό, πιο ζεστό το βράδυ.
Κάθε αλλαγή θύμιζε ότι ο χρόνος συνεχίζει — και μαζί του και η ζωή.
Σε αυτό το δωμάτιο νοσοκομείου, δεν υπήρχαν μεγάλες δηλώσεις.
Υπήρχαν στιγμές.
Και μέσα σε αυτές, χώρεσε η ελπίδα.
Όχι σαν βεβαιότητα αλλά σαν παρουσία.
Χρύσα Δέδε




