Vola colomba bianca vola…

Κάποιοι εμείς έχουμε ακόμα μια πατρίδα, κάπου ν' ακουμπάμε τις αναμνήσεις μας και τις φωνές μας, τα χαμόγελα και τη λύπη μας...σκεφτείτε τους ανθρώπους που πρέπει να αντιμετωπίσουν τον καρκίνο σε μια ξένη χώρα

0
80

Ένα βιδάκι. Φανερώνεται μπροστά σου καθώς σκοντάφτεις και πέφτεις μπρούμυτα στο σπίτι. Δέκα πόντους από τα μάτια σου, ένα μικροσκοπικό, κομψό εργαλείο. Ίσως εκατοντάδες ή χιλιάδες χιλιόμετρα από τη μήτρα που το γέννησε, μπορεί στη Σιγκαπούρη ή το την Ιαπωνία.

Εκεί που γίνονται τα βιομηχανικά θαύματα, εκεί που γεννιούνται οι Μολώχ που καταπίνουν κοινωνίες ανθρώπων αμάσητες.
Ένα τόσο δα βιδάκι. Ψάχνεις να βρεις από πού έπεσε, ποια κομμάτια συγκρατούσε ενωμένα ή αλληλοεξαρτημένα. Ποιο σχήμα ολοκληρωνόταν με τη διακριτική του καίρια παρουσία.

Συνήθως δεν το βρίσκεις. Ο νόμος του Μέρφυ είναι αδυσώπητος.

Κυρίως όμως, ό,τι χάσει την επαφή με το ολόκληρο, σπάνια επανενσωματώνεται σ’ αυτό. Το βιδάκι: τέλεια συγκροτημένο και συμμετρικό. Απαρτιωμένο, αλλά μόνο στο πλαίσιο ενός ανθρωπογενούς εργαλείου, άρα ανελεύθερο.
Προχτές η Καούρ· η εικοσάχρονη Σιχ με τη βαριά άρρωστη κοιλίτσα και τα υπέροχα μάτια· απορημένα και τρομαγμένα μαζί. Ταξίδεψε μέχρι την κοντινή μας Θήβα από την Ινδία.

0

Λέει πως είναι παντρεμένη, όμως μόνο ο πατέρας και η μάνα είναι κοντά της. Μπορεί ο σύζυγος να ξέμεινε εκεί ή να σκοτώθηκε στο ίδιο μακρύ ταξίδι, μπορεί και να ήταν όλα μετά από έναν βιασμό. Δούλευε κάπου στη Βοιωτία, λέει, κι αυτή και ο πατέρας της.

Ο γιατρός δε ρωτάει περισσότερα, φοβάται το μαστίγιο των απαντήσεων. Πιο προσιτό να μαντεύεις, λέει· άλλωστε οι λεπτομέρειες δεν είναι παρά οι πινελιές που κάνουν πειστικότερο το θέμα ενός πίνακα. Δεν αλλάζουν τα σχήματα που έσυρε το χέρι του ζωγράφου με τις εντολές του μυαλού.

Για την Καούρ, και άλλους αναρίθμητους, ο ζωγράφος φαίνεται να είναι ένας Δημιουργός έμπλεος αδιαφορίας για τη δυστυχία τους· εκτός αν πρόκειται για τρελό χορό της Τύχης, αφού άλλος θεός κάνει κουμάντο εκεί και άλλος εδώ.
Το βιδάκι και η Καούρ.
Εκπατρισμένα, ξερριζωμένα και τα δυό.
Στεκόμουν κάτω από το στέγαστρο, στο μπαλκόνι. Είναι μεσοκαλόκαιρο. Το σώμα ανέγγιχτο φέτος από θάλασσα, ίσως κατ’ επιδίωξη.

Ένα ανέλπιστο αεράκι περνάει γύρω από το ιδρωμένο πρόσωπο. Αγναντεύω στο βάθος τον Σαρωνικό να γυαλίζει ανάμεσα στο ακανόνιστα χυμένο μπετόν της πόλης.

Ένα φτερό, κατάλευκο σαν χιόνι, φανερώνεται ξαφνικά μπροστά μου. Στροβιλίζεται σα μεθυσμένος σκιέρ στο γιγαντιαίο σλάλομ. Χορεύει χλευάζοντας τη βαρύτητα. Κάνω να το πιάσω μου ξεγλιστράει.

Ευτυχώς γιατί θα το στραπατσάριζα. Συνεχίζει χορεύοντας, παρασυρμένο από το αεράκι και χάνεται πέρα. Μου φάνηκε πως άκουσα και ένα ξεκαρδισμένο γελάκι καθώς ξεμάκραινε.
Ήταν πανέμορφο. Ήταν ελεύθερο. Ήταν ασύμμετρο κι απροσδιόριστο, ένα υπόδειγμα φρακταλικής αρχιτεκτονικής. Από που ήρθε όμως; Γυρίζω και κοιτάζω τα κεραμίδια. Ένα ολόλευκο περιστέρι. Vola, colomba bianca vola / diglielo tu che tornero… 

Κάποιοι εμείς έχουμε ακόμα μια πατρίδα, κάπου ν’ ακουμπάμε τις αναμνήσεις μας και τις φωνές μας, τα χαμόγελα και τη λύπη μας.

Έχουμε τα πρωτόγονα εργαλεία μας να καματέψουμε τη γη μας. Και του ταξιδεμού την τρέλα έχουμε. Έχουμε ακόμα το ξυνόν σε όλες τις εκδοχές και αντιφάσεις του.
Θα μείνουμε ριζωμένοι ή θα ξενιτευτούμε;
Πού η Ελευθερία; 
Ποιος την αντέχει χωρίς προσμείξεις;
Φοβάμαι.

Αλέξανδρος Αρδαβάνης

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ