Κάθε βράδυ είχαμε έξοδο…

Με αφορμή τις τωρινές φωτιές...

305

Αυτός με το τσιγαράκι του, εγώ με τον ορό μου και κάτι παλούκια που είχαν καρφώσει στα πλευρά μου. Δεν ήταν σπουδαία έξοδος, μόνο μέχρι το μπαλκόνι. Το μπαλκόνι του Αγίου Σάββα. Η μάνα μου δεν γινόταν να με συνοδεύσει άλλο.

– Θα έρθει ο πατέρας σου!

– Μα… Ο πατέρας; Τι μπορεί να μου προσφέρει; Έχω όρους, δεν μπορώ να κουνηθώ, να πλυθώ, να κατουρήσω μόνη μου! Τι θα μου κάνει ο πατέρας;

Μπήκα για δύο μέρες υποτίθεται. Έμεινα έκτακτα για σαράντα, επιπλοκή της εγχείρισης. Κάθε μέρα έπλενε το 2ο βρακί μου και το 2ο πυτζαμάκι μου. Ο γλυκούλης μου. Και κάθε βράδυ… 

– Φύγαμε;

– Άσε ρε πατέρα, πονάω

– Μα έχουμε έξοδο! Να δούμε τη φωτιά!

Κάθε βράδυ είχαμε έξοδο

Κι αυτός, ένας Δασαρχης που λάτρευε τα δάση, που έλειπε 10ημερα όταν ήμουν μικρή σε φωτιές, που έκλαιγε η ψυχή του όταν ένα δέντρο καιγόταν, χάζευε μαζί μου τη μεγάλη τότε φωτιά της Πάρνηθας. Έτσι για να με ευχαριστήσει. Για να με κάνει να ξεχαστώ. Στάχτες έφταναν στο μπαλκόνι μας και τούτο ήταν το δικό μας εφέ, της δικής μας εξόδου κι εγώ δεν πονούσα πια. Το δικό του δεντράκι καιγόταν και πάλευε να το σώσει. Κι έδειξε στον αγώνα του αυτόν της σωτηρίας του παιδιού  του το ίδιο πείσμα που θαύμαζα στα μάτια του, όταν τον ειδοποιούσαν για μια φωτιά μες τη νύχτα. Και κάπου εκεί ξέχασα όσα κακά τού καταλόγιζα, ξέχασα τα πάντα  και… Ναι! Είναι ωραίες οι εν ζωή συμφιλιώσεις! Έσβησε η φωτιά πατέρα. Ξεκουράσου!

Με αφορμή τις τωρινές φωτιές…

Χριστίνα Λαμπούση

Μολάοι Λακωνίας

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ