Για τους δικούς μας ήρωες…

Συγκινητική εξομολόγηση ενός γιου για την ηρωίδα μητέρα του, που δυστυχώς έχασε τη μάχη της με τον καρκίνο ! Μην ψάχνετε για ήρωες… είναι δίπλα μας!

652

Νοσηλευόσουν μέρες πολλές και αν θυμάμαι καλά τίποτα δεν υπήρχε αισιόδοξο για να πιαστείς απάνω του. Οι γιατροί έμπαιναν και έβγαιναν από συνήθεια, οι νοσηλεύτριες διεκπεραίωναν μια ακόμα ανούσια νοσηλεία και το κρεβάτι δίπλα σου, γέμιζε και άδειαζε απο άλλους ασθενείς. Μόνο εσύ παρέμενες εκεί να τους κοιτάς να φεύγουν.

Μιλήσαμε για λίγο. Όσο σε κρατούσαν τα χείλη σου και όσο άντεχε ακόμα η ψυχή σου να σκορπάει μέσα τους ζωή. Είπαμε τα δικά μας ,μικρά μας, μυστικά και αν θυμάμαι πάλι καλά τότε μου πρωτοείπες «Ε! ας πεθάνω! Και;».

Πόσο περήφανο και αξιοπρεπές μου φάνηκε εκείνο το «και»; Σαν να βγαζες την γλώσσα σου και αψήφιστα να χλεύαζες τα θνητά αυτού του κόσμου! Σε μάλωσα, όπως πάντα συνήθιζα να σε μαλώνω και έκανα να αλλάξω κουβέντα. Πάντα βοηθούσε αυτό σε άλλες περιστάσεις και είπα να το δοκιμάσω και σε ετούτη την περίσταση. Αυτό ήξερα, αυτό έκανα.

Λες και κουβαλάμε πάνω μας αλλιώτικες στάσεις για αλλιώτικες περιστάσεις. Όχι βέβαια. Τις ίδιες ολιγάριθμες ξεφουρνίζουμε πάντα, και αν είμαστε και λίγο καλλιτέχνες τις φέρνουμε μια γύρα από εδώ, τις ξετυλίγουμε λιγάκι παραπάνω από κει, και να τες έτοιμες για την αλλιώτικη περίσταση.

Τότε αναπάντεχα μου ζήτησες να σε σηκώσω στα πόδια σου και να σε πάω μια βόλτα στον διάδρομο. Να το ρίξεις λίγο έξω. Χάρηκα. Από το «να φας» πήγαμε στο «επιτέλους θα σηκωθείς να περπατήσεις»! Σε κράτησα στα χέρια μου και σε σήκωσα. Εκείνη την στιγμή, φευγαλέα και μόνο, το είδα σαν ανταπόδοση για τότε που με κράτησες στα χέρια σου και με έμαθες να πατάω στα δικά μου πόδια.

Περίεργη η ζωή και περίεργοι οι λογαριασμοί που καλούμαστε κάθε τόσο να ξεπληρώσουμε. Αν δεν ήσουν μάνα μου, αν δεν ήμουν σπλάχνο σου, αν δεν είχες σταθεί βράδια ολόκληρα πάνω από έναν πυρετό μου, αν δεν με είχες πάρει αμέτρητες αγκαλιές για να με παρηγορήσεις, ειλικρινά μπορεί και να μην σε αναγνώριζα για μάνα μου. Σε είχε σκεβρώσει η αρρώστια. Σε είχε αρπάξει από παντού και μαθημένη να χαλνάει σε χαλνούσε.

Είχε λιώσει όλη την σάρκα σου, οι μύες σου λιωμένοι και αυτοί, πως αλλιώς άλλωστε, και αν δεν ήταν εκείνο το πνεύμα σου, που πάντα θαύμαζα από μικρός, να ξεχύνεται παντού και να καλύπτει τις πληγές σου, θα σε είχα για νεκρή. Πριν την ώρα σου γλυκιά μου.

fullsizerender-3Έσυρες τα βήματα σου, σε τραβούσα κι εγώ όπως-όπως, το καταφέραμε να σταθούμε για λίγο μπροστά στο μεγάλο παράθυρο του διαδρόμου με τα λαδί πλακάκια και τις γλάστρες της περαστικής ευγνωμοσύνης.

Πόσο ηρωικό μου φάνηκε αυτό το στήσιμο σου. Πόσους ήρωες δεν κατέβασα από τα δοξασμένα τους βάθρα για να σε βάλω εκεί. Δεν έφερε αντίρρηση κανένας. Στο λέω για να το ξέρεις. Μην αισθανθείς άβολα που αυτοί που θαύμαζες από μικρή γύρεψα εγώ ο βδελυρός να τους αποκαθηλώσω.

Μόνη να στέκεσαι εκεί πάνω και εγώ από κάτω να σε επευφημώ. Και δίπλα σου οι ήρωες να σε κοιτούν με θαυμασμό. Της στιγμής ήταν αυτή η ηρωική σου πράξη, ναι, δεν αντιλέγω αλλά για πες μου. Και αυτοί τις δικές τους μικρές στιγμές ηρωισμού δεν γύρεψαν να εξαργυρώσουν με ένα βάθρο, έναν θαυμασμό, μια περιποίηση ενός άδειου τάφου;

Αναστάσιος Φούντογλου

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ